Δημήτριος Σούτζος: Το ημερολόγιο του αντάρτη του ΕΔΕΣ

Ο Ταγματάρχης Δημήτριος Σούτζος.





      
Ο κ. Δ. Σούτζος, συγγραφέας και παλιός αγωνιστής του ΕΔΕΣ (σήμερα στέλεχος της «Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης») μας παραχώρησε το προσωπικό ημερολόγιο που κρατούσε κατά τα κρίσιμα χρόνια της Κατοχής. Από το ημερολόγιο αυτό παραθέτουμε τις πρώτες σελίδες, που αναφέρονται στις αρχές Φεβρουαρίου 1943. Σημειώνουμε ότι ο συγγραφέας εντάχτηκε οργανωτικά στον ΕΔΕΣ το καλοκαίρι του 1943 κι ότι επομένως τα παρακάτω αποσπάσματα αφορούν την προγενέστερη περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, περιγράφονται γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την προσπάθεια του να ενταχτεί σε ένοπλη ομάδα της οργάνωσης ΕΕΕ (Ελεύθεροι Έλληνες) που δρούσε τότε στη Ρούμελη. Το κείμενο εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούμε τότε στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές. Σχετικά με τις ιδιαίτερες πολιτικές εκτιμήσεις του κ. Σούτζου, ισχύει ότι και για οποιοδήποτε ενυπόγραφο άρθρο Μας. Απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα και όχι αναγκαία του περιοδικού...



Σάββατο 30-1-1943

Χθες έφτασα από την Αθήνα στο χωριό Μάκρη της Λαμίας. Ταξίδεψα με τ' αυτοκίνητο της γραμμής ως βοηθός σοφέρ. Το ταξίδι ήταν αρκετά κουραστικό και κάμποσο επικίνδυνο, πρώτον γιατί περάσαμε από χιονισμένους δρόμους με κίνδυνο να ντεραπάρουμε και δεύτερον γιατί δεν είχα κανονική άδεια και έτσι ΟΕ κάθε ΡOSTO DI BLOCO, δηλ. σταθμό ελέγχου των Ιταλών, έπρεπε να κατεβαίνω, να κοιτάζω τα λάστιχα ν' ανοίγω τη μηχανή και πολλές φορές να βάζω νερό. Τόσες φορές που αν το νερό ήταν κρασί τ' αυτοκίνητο θάπρεπε νάχε μεθύοει. Οι συνεπιβάτες μου ήσαν όλοι αγνά παιδιά της Ρούμελης. Γι' αυτούς πέρναγα για μαυραγορίτης που πήγαινα ν' ανταλλάξω άρβυλα και μάλλινα με μυτζήθρες και τυριά για εμπόριο.


Υπήρχε μεσ' το αυτοκίνητο αρκετό κέφι, που και που κανά τραγούδι. Τέλος, τις διάφορες αγωνίες και συγκινήσεις τις διαδέχτηκε ένα χαμόγελο ανακούφισης: τα καταφέραμε πάλι, φτάσαμε στο χωριό κατά τις 5.30 περίπου. Τώρα γράφω στο σπίτι ενός σεβαστού γέροντα του χωριού που με φιλοξενεί. Είναι με τη γυναίκα του. Αγαθοί, ευγενείς, έξυπνοι και καλοί πατριώτες. Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση και ελπίζω νάναι και η τελευταία. Κάνουν ότι μπορούν για να με περιποιηθούν. Είμαι καθισμένος πλάι στο τζάκι. Κοιτώ τα ξύλα στη φωτιά. Σηκώθηκα κατά τις 4. Η γερόντισσα μου άναψε τη φωτιά και μούψησε καφέ. Την παρακάλεσα επειδή είναι νύχτα να πάει να κοιμηθεί, κοπίασα πολύ ώσπου να την καταφέρω.

Κυριακή 31-1-1943

Είμαι από τις 2.30 ξύπνιος, η ώρα τώρα είναι 4 (παλιά ώρα). Αναγκάστηκα από χθες να διορθώσω το ρολόι μου γιατί εδώ ισχύει ο Ελληνικός νόμος και όχι η Κατοχή. Χθες πέρασα όλη μέρα τρώγοντας και πίνοντας. Ήρθαν και κάμποσοι να με επισκεφθούν, καθώς έμαθα δε κατόπιν ήρθαν με εντολή ειδική για να μάθουν ποιος είμαι και τι κάνω. Όλοι τους εδώ έχουν θέμα ομιλίας τους αντάρτες και μέσα σ' όλα κυριαρχεί ένα όνομα, ο «Άρης»... έχει πια γίνει θρύλος. Πρόκειται βέβαια περί του γενικού Αρχηγού των ανταρτών της περιοχής Άρη Βελουχιώτη. Όλοι διηγούνται τα κατορθώματα του, καθώς δε έμαθα, έχουν βγάλει και τραγούδια στα οποία αναφέρουν αυτόν, το Ζέρβα και κάποιον περίφημο «Τάσσο» όπως τον αναφέρει το τραγούδι. Μου κάνει εντύπωση ο καθαρός τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι ντόπιοι και η ορθή κρίση με την οποία αντιμετωπίζουν τα γεγονότα.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 1943

Εξακολουθώ να φιλοξενούμαι και να περιμένω. Χθες έμαθα και άλλα σχετικά με τους αντάρτες. Ο πρώτος που βγήκε στο κλαρί ήταν κάποιος Μπελής Νάκος, χασάπης. Αυτός πιάστηκε με ένα ζωέμπορο για οικονομικές διαφορές, τον σκότωσε και πήρε τα βουνά. Σε κάμποσο καιρό με διάφορους άλλους καταδιωκόμενους, έφθασε να διοικεί Σώμα με 250-500 άνδρες. Το παράδειγμα των πρώτων το μιμήθηκαν και άλλοι και έτσι σχηματίστηκε σ' όλη την ορεινή περιοχή ένας μεγάλος στρατός ελευθέρων πολεμιστών. Η κύρια τους αποστολή σήμερα είναι η τιμωρία των προδοτών. Κατόρθωσαν να ξεκαθαρίσουν την περιοχή από όλους αυτούς οι οποίοι με τις πλάτες του καταχτητού οργίαζαν κυριολεκτικά σε βάρος του πληθυσμού. Οι τιμωρίες ήσαν αγριότατες αλλά έφεραν αποτέλεσμα και ο κόσμος έτσι ησύχασε. Οι Ιταλοί αποφεύγουν να έρχονται σε σύγκρουση με τους αντάρτες. Την περασμένη εβδομάδα στα δυο χωριά της περιφέρειας, που δεν απέχουν παραπάνω από 20 λεπτά της ώρας μεταξύ τους, έγινε το εξής: στο ένα έβγαλε λόγο ο Ιταλός διοικητής, στο άλλο γλένταγαν οι αντάρτες. Όταν οι τελευταίοι -συνηθισμένο φαινόμενο Ελληνικού ιπποτισμού- είπαν στον Πρόεδρο της κοινότητος να στείλη να ειδοποιήσει τους Ιταλούς προς αποφυγήν ευθυνών ότι το χωριό ανταρτοκρατείται, οι Ιταλοί ούτε το κούνησαν. Πρώτη δουλειά των Α. στην αρχή του χειμώνα, όταν έμπαιναν σ' ένα χωριό, ήταν να υποχρεώσουν τους εύπορους κατοίκους αφού συγκεντρώσουν ορισμένη ποσότητα καλαμπόκι να τη διαμοιράσουν στους απόρους του χωριού. Για τους εαυτούς τους δε ζητούσαν τίποτε. Ό,τι τους δώσεις. Διηγούνται και το εξής επεισόδιο που συνέβη προ ημερών α' ένα χωριό της περιφέρειας. Όταν οι χωρικοί ρώτησαν τους αντάρτες τι θέλουν να φάνε αυτοί απήντησαν να μας φέρει ο καθένας απ' ότι έχει μαγειρέψει για το σπίτι του. Εκείνη την ώρα ένας φτωχός έλεγε ο' ένα χωριανό του «να συχωρήσ' ο θεός αλλά σήμερα δεν έχω άλλο από τραχανά». Οι αντάρτες τάκουσαν και επανάλαβαν «ό,τι βρίσκεται. Τίποτε περισσότερο». Όταν έφεραν στην εκκλησία οι χωρικοί τις τροφές, ο φτωχός έφερε μια πιατέλα με αυγά. Οι αντάρτες δεν τα δέχτηκαν με τις λέξεις «Είχαμε πει ό,τι έχετε, εσύ είπες ότι έχεις μόνο τραχανά να μας φέρεις και έφερες αυγά. Πόρτα πίσω. Και μη φέρεις τίποτε. Δώστα να τα φάνε τα παιδιά σου». Από τότε που επικράτησαν στην περιοχή οι αντάρτες έπαψε κάθε επεισόδειο. Ούτε κλοπές, ούτε καυγάδες, ούτε ειρηνοδικεία. Οι διαφορές λύνονται ειρηνικώς από συμβούλια γερόντων της κοινότητας. Για όλα αυτά τους λατρεύουν τους αντάρτες και μόλις μπουν ο' ένα χωριό τσακίζονται να τους περιποιηθούν.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 1943

Την Τρίτη το βράδυ ήρθε ο λοχαγός υπό τας διαταγάς του οποίου θα ευρίσκομαι. Η πρώτη εντύπωση είναι πολύ καλή. Φαίνεται ένας τύπος ευθύς και γενναίος, θα δούμε. Χθες έμεινα όλη την ημέρα σ' ένα σπίτι που με περιποιήθηκαν καλά. Ιδιαιτέρως με περιποιήθηκε η δεύτερη κόρη του σπιτιού ονομαζόμενη Ελένη. Είναι ένα κορίτσι λεπτό με πολύ κομψό σώμα, αλλά και εξαιρετικά ευγενής. Δεν ήξερε πως να με περιποιηθεί. Δυο μέρες περίπου μετά την άφιξη μου με επισκέφτηκε και την επομένη μούστειλε με το φιλοξενητή μου ένα πάκο από 100 τσιγάρα. Όπως έμαθα είναι αρχηγός σε μια οργάνωση κοριτσιών του χωριού, που συγκεντρώνει διάφορα είδη για τους αντάρτες. Της έδωσα δυο γράμματα να τα στείλη στην Αθήνα, ένα για τους δικούς μου και ένα για μια κοπέλλα.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 1943

Χτες το βράδυ επρόκειτο να ξεκινήσουμε για απάνω, αλλά την τελευταία στιγμή η αναχώρηση αναβλήθηκε. Είχε έρθει, και από την Αθήνα ένας γέρος υπολοχαγός κι είχαμε βάλλει τις στολές μας και ετοιμαζόμαστε. Είπε κάποιος: «Ε ρε και να γινότανε αυτή την στιγμή κανένα μπλόκο από τους Ιταλούς, θα μας τουφέκιζαν επί τόπου», Ε, απήντησα, θα πούμε ότι βρεθήκαμε κάμποσοι παλιοί αξιωματικοί, και επειδή θυμηθήκαμε τα παλιά μας βάλαμε τις στολές. Ε, πετάγεται ο λοχαγός δείχνοντας τον γέρο-υπολοχαγό, εγώ θα πω ότι απ' εδώ ο κολονέλος μας παρέσυρε. Το τι γέλια κάναμε δεν λέγεται. Ο υπολοχαγός είναι ένας ευγενέστατος άνθρωπος από το Δελβίνο της Β. Ηπείρου. Μου παρεπονείτο ότι «ήτο αδικηθείς». Πρόπερσι ενώ ήταν σε μια Μακεδονική φρουρά κατά την διάρκεια του Αλβανικού Πολέμου ζήτησε μόνος του να πάη στο μέτωπο. Δυστυχώς παρ' όλες τις ετοιμασίες δεν φύγαμε χθες. Ανεβλήθη για κανό δυο μέρες η αναχώρηση. Αύριο συμπληρούνται περίπου 10 μέρες από τότε που είμαι εδώ. Εν τω μεταξύ αγγελονται διαρκώς νέες νίκες των Ρώσων και μου φαίνεται πως οι Ρώσσοι θα μπουν στο Βερολίνο και εμείς ακόμα εδώ θάμαστε.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 1943

Σημειώνω ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε εδώ και κάμποσες μέρες και περιφέρεται:



Εμάθατε τι έγινε

μια Κυριακή στη Φτέρη

τη Στάσα την επιάσανε

μπαρμπάδες απ' το χέρι



Η Στάσα δεν εγνώριζε

κουρείον εις την Φτέρη

και ο Θάνος την εκούρεψε

με δίκοπο μαχαίρι



Τι σούμελε Στασούλα μου,

τι σούμελε να πάθης

για το χατήρι του Ιταλού

το περμανάντ να χάσης



Καθώς άκουσα, το αρχικό του τραγουδιού ήταν «αντάρτες», αλλά για νά μη το καταλαβαίνουν οι μη γνωρίζοντες, το «αντάρτες» έγινε «μπαρμπάδες». Πρόκειται για μια κοπέλλα ελαφριών ηθών που τάφτιαξε με τους Ιταλούς. Οι αντάρτες τόμαθαν και την έπιασαν και αφού της κάψαν τα μαλλιά με τον σουγιά και της σημάδεψαν το μέτωπο και τα μάγουλα με μπαρούτι την έβαλαν να ανέβει πάνω στα διάφορα τραπέζια φωνάζοντας «έτσι την παθαίνουν όσες πηγαίνουν με Ιταλούς». Επίσης είχαν πιάσει 5-6 ακόμα τέτοιες μα τις απέλυσαν χωρίς να τις δικάσουν. Εγώ εξακολουθώ να μένω φιλοξενούμενος στο σπίτι των κοριτσιών, δεν ξέρουν πως να με πρωτοπεριποιηθούν. Υπέροχοι άνθρωποι.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 1943

Η χθεσινή ημέρα είχε πολύ ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως το τέλος της δεν ήταν αυτό που θάπρεπε να περιμένει κανείς. Πρωί-πρωί ειδοποιήθηκα στο σπίτι που έμενα ότι σε λίγο αναχωρούμε. Αποχαιρέτισα τους καλούς ανθρώπους που με είχαν φιλοξενήσει παίρνοντας μαζί μου ένα πάκο τσιγάρα και ένα ζευγάρι χοντρές μάλλινες κάλτσες που μου είχαν ετοιμάσει τα κορίτσια. Έφθασα στο σπίτι που έμενε ο λοχαγός, πήρα τα πράγματα μου δηλ. ένα σακκίδιο με ρούχα, ένα χαρτοφύλακα εκστρατείας ένα πιστόλι COLT με καμμιά 50αριά σφαίρες και φόρεσα την στρατιωτική μου στολή. Κατά τις 8 ξεκινήσαμε ο λοχαγός, ο γέρο-υπολοχαγός, ο γέρο-Ταξιάρχης που μας είχε ο' όλο το διάστημα της παραμονής μας πολύ βοηθήσει, και εγώ. Για να περάσουμε το ποτάμι, τον Σπερχειό, αναγκαστήκαμε να ανεβούμε ο' ένα μουλάρι που είχε φέρει ο γιος του γέρου. Τέλος φτάσαμε στο χωριό Σπερχειάδα. Στο δρόμο ο γέρος μου έδωσε μια αραβίδα μάλινχερ και μα ζώνη-φυσιγγιοθήκη με 13 δεσμίδες φυσίγγια (65). Ανεβήκαμε στο χωριό ο' ένα σπίτι προς το επάνω μέρος. Εκεί μας έφεραν ο' επαφή με τον πολιτικό καθοδηγητή του ΕΛΑΣ. Εδώ πρέπει να κάνω μια εξηγητική παρένθεση. ΕΛΑΣ σημαίνει Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός. Είναι το στρατιωτικό τμήμα του ΕΑΜ, δηλ. του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Το ΕΑΜ τυπικά είναι ένα μέτωπο αποτελούμενο από διάφορες οργανώσεις και κόμματα τα οποία δημιούργησαν ένα οργανωμένο συνασπισμό με σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδος από το ζυγό του καταχτητή. Στην ουσία όμως δεν είναι τίποτε άλλο από ένα δημιούργημα του Κομμουνιστικού Κόμματος για να μπορέσει εκμεταλλευόμενο τους Εθνικούς πόθους των Ελλήνων, να παρασύρει τα ζωντανότερα στοιχεία του Έθνους με το μέρος του για να δημιουργήσει δική του κατάσταση. Κάτι τέτοιο κατώρθωσε και με το αντάρτικο κίνημα. Η αλήθεια είναι ότι οργάνωσε τα τμήματα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχη εξασφαλίσει μια σιδερένια πειθαρχία και μια εξαιρετική οργάνωση όχι μόνο στα στρατιωτικά τμήματα του ΕΛΑΣ αλλά σ' όλα τα χωριά ή τουλάχιστον στα περισσότερα της Ρούμελης. Υποθέτω κάτι ανάλογο να έχει γίνη σ' όλη την Ελλάδα. Εγώ σημειώνω ότι διαπίστωσα ιδίοις όμμασι: Σε κάθε χωριό υπάρχει μια ορισμένη επιτροπή η οποία διευθύνει τον εσωτερικό αγώνα. Η τοπική αυτή επιτροπή αντικαθιστά κάθε πολιτική διοίκηση, ή και αν υπάρχη, ενεργεί αφ' εαυτής χωρίς να την λαμβάνει και πολύ υπ' όψιν. Κατ' αυτόν τόν τρόπον εξασφαλίζονται:

α) ο επιστιτισμός των απόρων κατοίκων και των ανταρτών β) η απονομή δικαιοσύνης γ) η διοργάνωση μεταφορών πραγμάτων και προσώπων χρήσιμων για τον αγώνα καθώς και η φιλοξενία μετακινουμένων αγωνιστών δ) η δημιουργία αστυνομικής υπηρεσίας παρακολουθήσεως και συγκεντρώσεως πληροφοριών ε) η προπαγάνδα και γενικά η οργάνωση κάθε τι που είναι χρήσιμο και αναγκαίο για μια πολιτική διοίκηση και δια την διεξαγωγή ενός αγώνα.


Κάθε ενέργεια που έχει σημειωθεί στην περιφέρεια αυτή είναι έργο δικό τους. Δουλεύουν με δραστηριότητα και σύστημα. Εμένα με σύστησε στο λοχαγό η Οργάνωσις Ελευθέρων Ελλήνων. Με την οργάνωση αυτή (ΟΕΕ) ήρθα σε επαφή ως εξής: Περί τα τέλη του 1941 μπήκα σε μια οργάνωση εφέδρων αξιωματικών στους «Προμάχους». Μετά από λίγο καιρό ανέλαβα το γραφείο πολιτικής διαφωτίσεως και αφού προμηθεύτηκα έναν πολύγραφο, άρχισα να εκδίδω διάφορα έντυπα χρήσιμα για την οργάνωση. Οι σκοποί των «Προμάχων» ήταν καθαρά εθνικιστικοί, αποβλέποντες παράλληλα με την οργάνωση τμημάτων προορισμένων να δράσουν εθνικά στην κατάλληλη στιγμή, την δημιουργία μιας κοινής γνώμης που να επιζητεί την δημιουργία μιας μεγάλης Ελλάδας με ικανοποιημένες απόλυτα τις εθνικές της διεκδικήσεις. Παρά ταύτα κανένα πολιτικό σκοπό δεν επεδίωκε η οργάνωση. Μεταξύ των εντύπων που κυκλοφόρησα αποκλειστικώς μεταξύ των μελών της οργανώσεως και μερικών τραγουδιών, έγινε σκέψεις μεταξύ ορισμένων συναγωνιστών να εκδοθεί μια σατιρική εφημερίδα η οποία λόγω του συνομωτικού χαρακτήρα της δεν έπρεπε να φαίνεται ως όργανον ορισμένης οργανώσεως. Και έτσι κυκλοφόρησε η «ΜΠΟΜΠΑ». Όσον καιρό ήμουν στην Αθήνα είχαν κυκλοφορήσει 4-5 φύλλα. Το φύλλο αυτό είχε μεγάλη επιτυχία διότι αν και ετυπώνετο σε πολύγραφο είχε επιμελημένη έκδοση με πολλά σκίτσα και γελοιογραφίες. Έφτασε κάποτε ένα φύλλο της ΜΠΟΜΠΑΣ στα χέρια της ΟΕΕ και επεζήτησαν να με γνωρίσουν. Τους βρήκα, με ρώτησαν σε τι θα μπορούσαν να μ' ενισχύσουν, τους απήντησα προς το παρόν τίποτα, αργότερα βλέπουμε. Πράγματι με βοήθησαν οι άνθρωποι με την παραχώρηση γραφομηχανής και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις που τους χρειάστηκα. Μεταξύ των άλλων διαπίστωσα άτι η οργάνωσις των ΟΕΕ είχε στενή επαφή με τους κάτω και διέθετε πολλούς πόρους. Επειδή δε πάντοτε είχα υπ' όψιν να αγωνισθώ εν όπλοις, μια μέρα τους είπα ότι θέλω να με στείλουν «ή γι' απάνω» ή «για κάτω». Για κάτω (δηλ. την Αίγυπτο) μου λένε ότι είναι αδύνατον. «Για πάνω τότε» (δηλ. για τ' αντάρτικα). Και έτσι με έφεραν σε επαφή με τον λοχαγό. Αυτός είχε μια ομάδα εδώ πάνω την οποία άφησε και πήγε στην Αθήνα προ 2 μηνών περίπου, για να προμηθευτή διάφορα είδη χρήσιμα δια τους άνδρες του (δηλ. άρβυλα, μάλλινα, κουβέρτες, φάρμακα κλπ.) τα οποία εστερείτο. Τώρα όμως που γύρισε είχαν μεταβληθεί τα πράγματα. Το ΕΑΜ έχει παντού εγκαταστήσει τους πλοκάμους του και κατόρθωσε να διαλύσει την ομάδα του λοχαγού εκ της οποίας άλλα μεν μέλη τα διέσπειρε σε διάφορα τμήματα της, άλλα δε αναγκάστηκαν να πάνε ο' άλλες περιφέρειες. Όταν φτάσαμε χτες στην Σπερχειάδα ήρθαμε ο' επαφή με τον πολιτικό καθοδηγητή του ΕΑΜ. Είναι ένας νέος 30-35 χρόνων. Φορά χακί στρατιωτική στολή έχοντας μέση και χιαστί φυσίγγια, γένεια, περίστροφο στη μέση και αραβίδα μάλινχερ. Ξέρει πολλές γλώσσες και έχει σπουδάσει στην Σοβιετική Ρωσία. Είναι από την Κρήτη και φέρει το ψευδώνυμο «Τάσος Λευτεριάς». Αυτός μας έφερε προ του εξής διλήμματος: ή να φροντίσουμε να αγωνιστούμε ως ιδία ομάς, οπότε θα πρέπει εμείς να φροντίζουμε για τον εφοδιασμών μας κλπ. ή να προχωρήσουμε ανεπιφύλακτα στο ΕΑΜ, διακόπτοντας κάθε οργανωτική σχέση με την ΟΕΕ. Κατόπιν τούτου γυρίσαμε πίσω στη Μάκρη το βράδυ. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Αθήνα, όπου ερχόμενοι σε επαφή με τα ΕΕΕ να κανονίσουμε την περαιτέρω στάση μας.

Δ. ΣΟΥΝΤΖΟΣ

(από το περιοδικό ΤΟΤΕ... του 1984)

Σχόλια